Monday, January 4, 2010

"Το Συμβάν" - κεφ. 13ο (Προδημοσίευση)



13.

 

«Έζησα κάποιες μέρες. Ίσως, όχι μέρες ολόκληρες. Στιγμές των ημερών. Έτσι μετρώ την ηλικία μου τώρα που ο νους μου επιστρέφει στο παρελθόν. Ίσως έτσι μετριέται και η ηλικία όλων των ανθρώπων. Με τις στιγμές που έζησαν. Αυτές που μπορεί να ανακαλέσει η μνήμη. Γιατί έζησα ό, τι θυμάμαι και ό, τι δεν θυμάμαι δεν υπάρχει. Δεν το έζησα μέχρι να το θυμηθώ και να το ξαναζήσω. Να υπάρξει πάλι απ’ την αρχή σαν ένα κομμάτι της πραγματικότητας κι ένα της φαντασίας. Ένα μέρος του πόθου κι ένα του φόβου. Η σχέση ανάμεσά τους.

 

Κι ακόμα, έζησα σαν κάποιοι άλλοι. Αυτοί που αγάπησα. Οι κάποιοι άλλοι που με αγάπησαν έζησαν σαν εγώ και χωρίς να το ξέρουν, σαν όλοι αυτοί που ταυτόχρονα ήμουν, όλοι αυτοί που αγάπησα και με διαμόρφωσαν κι ας μην τους γνώρισαν ποτέ. Κι εγώ, αντιστοίχως πάλι έζησα σαν όλους αυτούς που ο καθένας από τους άλλους αγάπησε.

 

Θα μπορούσε λοιπόν κάποιος στην ερώτηση «τι ηλικία έχεις», να απαντά: «έχω την ηλικία τριών στιγμών ή εφτά ανθρώπων» ή ακόμα καλύτερα: «την ηλικία τριών στιγμών και εφτά ανθρώπων», ή ακόμα πιο ολοκληρωμένα: «εφτά ανθρώπων, τριών στιγμών και είκοσι δύο τόπων», γιατί και οι τόποι συχνά μας καθορίζουν. Θα μπορούσε να απαντά αρκετά διαφορετικά, όπως για παράδειγμα: «είμαι το άθροισμα από τριάντα τρεις χαρές και δεκαέξι λύπες». Ή ίσως: «είμαι έντεκα τραγουδιών, οχτώ έργων ζωγραφικής και τριών ποιημάτων». Τίποτε απ’ αυτά γενικό και αφηρημένο, ούτε απλώς αριθμητικό. Όλα όσα έγιναν δικά μας και γίναμε δικοί τους.

 

Οπωσδήποτε θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως έχει την ηλικία της θάλασσας, του χώματος και τ’ ουρανού, αλλά αυτόν θα τον περνούσαν οι αφηρημένοι για τρελό, οι ευκολόπιστοι για Θεό ή προφήτη και οι πλέον ευφυείς για αφελή. Ποιος θα μπορούσε να υποπτευθεί πως αυτός που τολμά να εκστομίσει μια τέτοια φράση, ενδέχεται να είναι ποιητής;

Πότε όμως κάποιος αρχίζει και αναρωτιέται πραγματικά για την ηλικία του; Για την ηλικία του την πραγματική; Μα, από τη στιγμή του Συμβάντος.

 

Κάθε ηλικία ορίζεται πραγματικά από τη στιγμή που θα χωριστεί η πραγματικότητα σε δύο χρόνους: στον πριν και στον μετά του Συμβάντος. Όσοι δεν έμαθαν ποτέ την ηλικία τους είναι αυτοί που στη ζωή τους δεν ήρθε το Συμβάν. Γι’ αυτούς δεν υπάρχει ούτε πριν ούτε μετά. Απουσιάζει η διαχωριστική γραμμή που θα δημιουργήσει τον πραγματικό χρόνο. Αν ο χρόνος είναι παρελθόν και μέλλον, αυτές του οι διαστάσεις ορίζονται από το Συμβάν: Μια γέννηση, έναν θάνατο, μια συνάντηση, έναν έρωτα. Έναν έρωτα που δε θα μοιάζει με κανέναν από όλους τους έρωτες που ο άνθρωπος έζησε, έναν θάνατο που διαφοροποιείται από όλους τους θανάτους, μια συνάντηση με πρόσωπο, λέξη, χρώμα, κίνηση, χειρονομία, μυρωδιά, που τον καθόρισε ολοκληρωτικά, αντιστρέφοντας πλήρως αυτό που ήταν μέχρι τότε. Όλο το νόημα της ζωής του.

 

Ο κόσμος, για παράδειγμα, γνώρισε την ηλικία του με τρόπο οριστικό και αμετάκλητο από τη στιγμή που γεννήθηκε ο Χριστός. Η συνάντηση του κόσμου με το πρόσωπο του Χριστού δημιούργησε την ιστορία του κόσμου, τον χρόνο του, την ηλικία του. Όλα, όποτε και να συμβαίνουν, όποτε και να έχουν συμβεί και όποτε κι αν συμβούν θα είναι αδύνατον να ξεφύγουν από το Συμβάν της έλευσης του Μεσσία. Όλα θα είναι προ Χριστού ή μετά Χριστόν. Τρίτη περίπτωση δεν υπάρχει.

 

Θα μπορούσαμε ίσως να πούμε πως ο χρόνος, η ζωή, η ηλικία, υπάρχουν από τη στιγμή της διχοτόμησής τους σε όσα έγιναν πριν και όσα ακολούθησαν το Συμβάν. Κι ακόμα, πως η ζωή, η ηλικία, ο χρόνος, αποκτούν νόημα αμέσως μετά από αυτή τη διχοτόμηση και μάλιστα ίσως ακριβώς την ώρα που αρχίζει η προσπάθεια για συμφιλίωση, επανένωση των προηγούμενων και επόμενων.

 

Τίποτα δεν μπορεί να αφαιρέσει τη διαχωριστική γραμμή. Υπάρχει όμως τρόπος να μετατραπεί αυτή σε ουδέτερη ζώνη και ίσως κάποτε, -αυτό είναι όλο το ζητούμενο- σε ίχνος μιας προσφιλούς ανάμνησης χάριν της οποίας αποκτήσαμε κάποτε ηλικία και κερδίσαμε την ενότητα όλου του διχασμένου παρελθόντος μας στο παρόν. Το απόλυτο παρόν: η πλήρης αποδοχή χωρίς πόνο, φόβο και ενοχή, αυτού που υπήρξαμε πριν και μετά το Συμβάν.

 

Το Συμβάν που αλλάζει ολωσδιόλου αντίστροφα την ρότα της ζωής ενός ανθρώπου δεν είναι αδιάφορο από αυτό που σηματοδοτεί η συνάντηση του κόσμου με το πρόσωπο του Χριστού. Είναι μία και κοινή η αλλοίωση που υφίσταται κόσμος και άνθρωπος, ίδια η αντιστροφή της πορείας τους, η αναζήτηση νέου νοήματος προσανατολισμένου στην συμφιλίωση, είτε το συνειδητοποιούν οι άνθρωποι είτε όχι. Είναι η στιγμή της μεγάλης αποκάλυψης μετά το ισχυρό σοκ.

 

Ο τρόπος της αποκάλυψης είναι άσχετος με την ουσία της. Συχνά πραγματοποιείται μέσω ενός μεγάλου πόνου, -συμβάντος τραγικού και επώδυνου- ή μέσω ενός πάθους παράφορου, -συμβάντος γοητευτικού, ανεξέλεγκτου και ακατανόητου-. Σημασία δεν έχει το πώς θα εκφραστεί το Συμβάν και τι τρόπο θα διαλέξει για να έρθει στη ζωή σου. Σημασία έχει πώς θα το χειριστείς και αν θα επιτρέψεις στη διαχωριστική γραμμή που σ’ έκοψε στα δύο, δημιουργώντας μέσα σου χρόνο, -εσένα τον ίδιο δηλαδή-, να παραμείνει τέτοια, αφήνοντάς σε απλώς ένα νεογέννητο, ή να γίνει η αιτία που θα κερδίσεις ενωμένο το είναι σου σε μια ηλικία νέα.

 

Για να φτάσεις σ’ αυτήν την συμφιλίωση απαιτείται η διάθεσή σου γι’ αυτήν. Αν έχεις μια τέτοια διάθεση τότε είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα ακολουθήσουν και άλλα μικρότερης εμβέλειας συμβάντα που θα συντείνουν προς αυτήν την κατεύθυνση. Έτσι, βήμα βήμα θα φτάσεις να βιώνεις κάθε στιγμή ως συμβάν που σε οδηγεί με τρόπο αποκαλυπτικό και μυστικό ταυτόχρονα, στην ανάπτυξη του είναι σου: σε μια αδιάρρηκτη ενότητα τού είναι σου με τη ζωή, τον θάνατο, τη ζωή μετά τον θάνατο. Με τους ανθρώπους όλους, ζωντανούς και πεθαμένους, είτε τους γνωρίζεις είτε όχι. Θα πάσχεις με τους πάσχοντες, θα υγιαίνεις με τους υγιείς, με τους ερωτευμένους θα ερωτεύεσαι, με τους ετοιμοθάνατους θα πεθαίνεις, θα γεννιέσαι με τα νεογέννητα. Θα ξημερώνεις και θα βραδιάζεις με τη μέρα και τη νύχτα αντίστοιχα. Θα ζεις πολλές ζωές σε μία και μία σε πολλά επίπεδα. Ώσπου να φτάσεις στην αδιάλειπτη ευχή: να εύχεσαι για όλους και για όλα το καλύτερο, το ομορφότερο, το ευγενικότερο, το τρυφερότερο. Αυτό είναι το προτελευταίο στάδιο που θα διανύσεις. Η γέφυρα που ακολουθεί ώστε μέσα από το θάνατο να οδηγηθείς στην φωτεινή αντίπερα όχθη είναι πέρασμα μυστικό.

 

Τα μικρότερα συμβάντα θα έρθουν στη ζωή σου χωρίς να σε ρωτήσουν, ακριβώς όπως ήρθε και το μεγάλο Συμβάν. Αν όμως δεν προτίθεσαι να τα εκμεταλλευτείς συνενωτικά, ή θα περάσουν απαρατήρητα ή θα τα χρησιμοποιήσεις προς την αντίθετη κατεύθυνση: αυτήν που θα μεγαλώσει το ρήγμα, το χάσμα που δημιούργησε το μεγάλο και καίριο Συμβάν. Η ηλικία σου τότε θα αρχίσει να γλιστρά μέσα από τα χέρια σου. Θα γίνεται μια σκιά που μάταια θα κυνηγάς. Ο χρόνος θα μετατραπεί σε ερινύα που θα σε καταδιώκει. Η ζωή θα σου γυρίσει την πλάτη και δεν θα δεις ποτέ το ωραίο της πρόσωπο. Θα πορεύεσαι στην ανυπαρξία. Δηλαδή στην απουσία από τον ίδιο σου τον εαυτό που μόνος σου επέλεξες να μην ζήσει, δηλαδή, να μην ενηλικιωθεί».

 

 

 

Ποιος μου δίνει αυτές τις σκέψεις τώρα που ζω μέσα στον τρόμο; Δεν είναι δικές μου. Είμαι παντελώς ανίκανος να τις συλλάβω και να τις κατανοήσω. Όμως γαλήνεψαν την φοβισμένη μου καρδιά, και σαν χέρι αγγέλου τη χάιδεψαν. Τόσες μέρες μετά που τις γράφω είναι παράξενο πως τα θυμάμαι όλα λέξη λέξη σαν να χαράκτηκαν μέσα μου. Ακούω το χερούλι της πόρτας. Κάποιος μπαίνει στο δωμάτιο.

 

 

 

Sunday, January 3, 2010

"Το Συμβάν" - κεφ. 12ο (Προδημοσίευση)



12.

 

Εκεί αγκαλιαστήκαμε σφιχτά δίχως να πούμε λέξη. Δεν ξέρω πόσο κράτησε αυτή η αγκαλιά. Ξέρω πως έχω ακόμα τη γεύση της κι όταν την θυμηθώ μια απέραντη γλύκα πλημμυρίζει απ’ άκρη σ’ άκρη όλο μου το σώμα. Φιλιόμασταν σαν τρελοί, στο πρόσωπο, στο λαιμό, στους ώμους, στο στήθος, ώσπου βγήκε κι από τους δυο μας ένας βαθύς αναστεναγμός. Πάνω που αποφάσισα πως ήρθε επιτέλους η ώρα να της τα δώσω όλα, με σταμάτησε απότομα και μ’ έβαλε να κάτσω καταγής. Καθίσαμε στο γρασίδι έχοντας μπροστά μας την απέραντα ανθισμένη κόκκινη θάλασσα των λουλουδιών που γινόταν ένα με το φόρεμά της, ένα με το αίμα μας, το ακριβό πάθος της καρδιάς μας.

 

-Δεν θα είναι εύκολο, ξεκίνησε να μιλά πρώτη με φωνή απαλή, αλλά δεν θα κρατήσει πολύ. Ένας χρόνος είναι κι αν καταφέρεις εσύ να πάρεις κατευθείαν μια υποτροφία και να έρθεις εκεί για να σπουδάσεις αστροφυσική, θα έχω κι εγώ κάπου περάσει και θα είμαστε πάλι μαζί.

 

-Ελισώ, δεν μπορώ να ζήσω χωρίς εσένα. Στιγμή δεν μπορώ, της είπα και πάλι μπούκωσα. Πάλι ντράπηκα που δεν ήμουν τόσο άντρας όσο όφειλα.

 

-Κι εγώ δεν μπορώ χωρίς εσένα. Σκέψου κι εμένα. Εσύ έχεις και τον παππού σου. Εγώ έχω μόνον εσένα. Έφυγε κι η νταντά μου, την έδιωξε ο μπαμπάς...

 

-Πεθαίνει ο παππούς Ελισώ....

 

Σήκωσα τα μάτια και κοίταξα το κόκκινο λιβάδι προσπαθώντας να συγκρατήσω γι’ αλλη μια φορά τα δάκρυά μου. Θυμήθηκα τα λόγια του. Πως θα φύγει αυτήν την άνοιξη θυμήθηκα, όταν θ’ ανθίσουν οι τουλίπες και οι άγριες ορχιδέες. Όταν μοσχοβολήσει όλη η Χίος. Το είχα λησμονήσει μέσα στον πόνο μου. Σηκώθηκα απότομα. Μια άγρια δύναμη με κυρίεψε. Και πήρα την απόφαση σαν να έβγαζα από το θηκάρι της απελπισμένης μου ψυχής το κρυμμένο σπαθί μου, έτοιμος να υπερασπίσω με κάθε τρόπο την αγάπη μας:

 

-Θα αντέξουμε και θα παλέψουμε. Κανείς δεν μπορεί να κλέψει την αγάπη μας. Κανείς δεν μπορεί να την σκοτώσει ό, τι και να κάνει. Σ’ αγαπώ και θα σ’ αγαπώ για πάντα. Στ’ ορκίζομαι. Αυτό ήταν για σένα, της είπα στο τέλος, και της έδωσα το ξύλινο κουτί.

 

-Κι εγώ θα σ’ αγαπώ για πάντα και θα σε περιμένω. Θα σου γράφω γράμματα, είπε μ’ εκείνη τη φωνή που είχε μια βεβαιότητα αναμφισβήτητη στους τονισμούς της σαν μελωδία που από καιρό είχε μάθει απέξω κι ανακατωτά.

 

Σηκώθηκε και πήρε το κουτί στα χέρια. «Καλά Χριστούγεννα» διάβασε δυνατά και χαμογέλασε. Πάνω που έσκυψε να με φιλήσει ακούστηκε η φωνή του Γιώργη. Δε μιλούσε. Μούγκριζε σα θηρίο ανήμερο:


-Πήγαινε αμέσως σπίτι. Σε γυρεύει ο μπαμπάς. Τσακίσου...

 

Την είδα να φεύγει τρέχοντας και να χάνεται στα σοκάκια. Ο Γιώργης δεν ήτανε μόνος. Άλλοι πέντε φίλοι του, με τους οποίους εγώ είχα κόψει κάθε σχέση, ήταν μαζί του.

 

-Πάμε για πέρδικες, είπε, έλα...

-Δεν έρχομαι Γιώργη. Δεν έχω όπλο και δεν μ’ αρέσει πια να σκοτώνω πουλιά.

-Θα έρθεις θέλεις δε θέλεις, είπε προστακτικά. Να δούμε αν εκτός από κορίτσια μπορείς να κυνηγάςς και τίποτα άλλο, συμπλήρωσε μ’ ένα μοχθηρό ύφος και γέλασαν όλοι δυνατά.

-Δεν θα έρθω. Πάω σπίτι μου.

 

Κίνησα να φύγω. Τον είδα να σηκώνει το φλόμπερ ίσια καταπάνω μου. Σταμάτησα και τον κοίταξα στα μάτια. Ένας απ’ την παρέα πήγε να του κατεβάσει το χέρι. Αυτός αντιστάθηκε. Οι άλλοι είχαν μείνει παγωμένοι στη θέση τους, όπως κι εγώ. Πάνω στην προσπάθεια να ελευθερώσει το χέρι του, το όπλο εκπυρσοκρότησε.

 

 

Saturday, January 2, 2010

"Το Συμβάν" - κεφ. 11ο (Προδημοσίευση)



11.

 

Η πόρτα άνοιξε απότομα και μπήκε λαχανιασμένη και ολοφάνερα ταραγμένη, η Καλλιόπη.

 

- Η Ελισώ πάει στο Λονδίνο, ο πατέρας της ξαναπαντρεύεται, θα την στείλει εσώκλειστη εκεί σε κάποιο σχολείο, μόνο τον Γιώργη θα κρατήσει κοντά του...

 

Το αίμα μου πάγωσε. Τα σιντριβάνια μου στέρεψαν ακαριαία. Η χρυσή ευτυχία του ονείρου μου πέτρωσε. Την κοιτούσα σαν να μην πίστευα πως μπροστά μου βρισκόταν η αδελφή μου. Πως μίλησε. Πως βγήκαν αυτές οι λέξεις απ’ το στόμα της. Ο παππούς μού έσφιξε το χέρι με όση δύναμη του είχε απομείνει. Ένιωσα τον κόσμο να γυρίζει ανάποδα.

 

-Καλλιόπη… άνοιξε το παράθυρο… να μπει λίγος… καθαρός αέρας..., είπε ο παππούς αναστενάζοντας βαθιά.

 

Άνοιξε γρήγορα το βορινό παράθυρο η αδερφή μου δίχως να πάρει τα μάτια της από πάνω μου.

 

-Ποιος σου τα είπε; τη ρώτησε ο παππούς.

 

-Η ίδια. Μόλις πέρασα από το σπίτι της. Ήρθαν να μαζέψουν τα χρειαζούμενα. Είδα ανοιχτή την πόρτα της και μπήκα. Μόλις με είδε κατέβηκε τρέχοντας τη σκάλα, με αγκάλιασε και άρχισε να κλαίει. Μου είπε να έρθω γρήγορα να τα πω στον Ισίδωρο. Δεν θα μείνουν πολύ. Σε λίγες ώρες θα έχουν μαζέψει και θα φύγουν. Ισίδωρε, σε περιμένει...

 

Ήταν η ώρα να μάθω πως τις μεγάλες χαρές τις διαδέχονται μεγάλες λύπες. Καμιά φορά μάλιστα οι μεγάλες χαρές έρχονται ακριβώς για να προετοιμάσουν το έδαφος της μεγάλης λύπης. Για να αντέξουμε. Να μη διαλυθούμε. Σαν προστατευτικό δίχτυ έρχονται οι χαρές και ίσως μαζί τους και τα ωραία όνειρα που δεν είναι ακριβώς όνειρα. Να μας προφυλάξουν όσο μπορούν απ’ τη μεγάλη πτώση που θα ακολουθήσει.

 

Δροσερός αέρας με φύσηξε στο πρόσωπο. Γύρισα και κοίταξα το χωράφι με τις ελιές. Στο βάθος είδα το Λονδίνο: Πολύβουοι δρόμοι, αυτοκίνητα, κόρνες χτυπούσαν δαιμονισμένα. Είδα την Ελισώ με μια βαλίτσα στο χέρι να περνά την μεγάλη βαριά σιδερένια καγκελόπορτα ενός τεράστιου σχολείου φτιαγμένο από κόκκινα τούβλα, με την μπλε ποδιά της. Ο αέρας μύριζε κάρβουνο υγρό. Σκοτεινιασμένος ουρανός και ψιλόβροχο. Τα μαλλιά της πιασμένα αλογοουρά και μια άσπρη κορδέλα στο κεφάλι. Άσπρο και το γιακαδάκι της. Προχωρούσε με αργά δειλά βήματα μέχρι που μπήκε μέσα στο σχολείο και την έχασα απ’ τα μάτια μου. Πριν μπει, γύρισε και με κοίταξε με τα μεγάλα εκφραστικά μαύρα της μάτια, πιο μαύρα από ποτέ. Προσπάθησε να μου χαμογελάσει. Δεν τα κατάφερε...

 

-Πήγαινε να τη βρεις..., είπε ο παππούς με αποφασιστικότητα, βγάζοντάς με από την πικρή μου φαντασίωσή.

 

Σαν να ξύπνησα απότομα, πετάχτηκα όρθιος κι έτρεξα στο διάδρομο. Κατέβηκα τη σκάλα σαν τρελός. Όταν έφτασα μπροστά στην πόρτα της κοντοστάθηκα μουδιασμένος σαν ένα αόρατο χέρι να με σταμάτησε απότομα. Δεν ήμουν καλοδεχούμενος σ’ αυτό το σπίτι και το ήξερα. Δεν έπρεπε να περάσω το κατώφλι. Λαχανιασμένος ακόμα, σφύριξα όπως παλιά και περίμενα κρυμμένος πίσω από τον χοντρό κορμό της γέρικης ελιάς. Το βλέμμα μου κατρακύλησε στο χώμα, εκεί μπροστά, στην αυλόπορτα. Έσκυψα κι έκανα στην άκρη τα κλαδιά που εγώ είχα βάλει πριν τις γιορτές για να κρύψω τα δώρα μου. Έσκαψα γρήγορα και πήρα στα χέρια μου το ξύλινο κουτί. Ακόμα έγραφε «Καλά Χριστούγεννα». Βούρκωσα.

 

Οι μυρωδιές από τα ανθισμένα δέντρα ήρθαν στα ρουθούνια μου σχεδόν το ίδιο επιθετικά μ’ αυτές του χθεσινοβραδινού μου ονείρου. Ήταν κιόλας πρώτη του Απρίλη. Πότε μπήκε η άνοιξη και δεν το πήρα είδηση; Τις ένιωσα να εισχωρούν στο σώμα μου από όλους τους πόρους. Και τότε, πόνεσα ακόμα πιο πολύ. Έκανα λίγα βήματα προς τα πίσω παραπατώντας και κούρνιασα πίσω από έναν μισογκρεμισμένο μαντρότοιχο σ’ ένα χάλασμα. Λύθηκαν τα πόδια μου, γονάτισα και ξέσπασα σε λυγμούς.

«Τι τιμωρία ήταν αυτή», σκεφτόμουν, «Τι κακό είχα κάνει, ποιος Θεός με καταράστηκε, πού είναι η δικαιοσύνη Του; Γιατί τόσο μίσος για μιαν αγάπη;»

 

-Ισίδωρε…, άκουσα την τραγουδιστή φωνή της να με καλεί.

 

Σκούπισα τα δάκρυά μου βιαστικά με τα μανίκια της μπλούζας μου. Ντράπηκα φοβερά που ίσως με είχε ακούσει να κλαίω.

 

Φορούσε ένα κατακόκκινο φόρεμα μέχρι το γόνατο με τιράντες κι από μέσα ένα άσπρο μπλουζάκι. Είχε ψηλώσει. Οι ώμοι της στρογγύλεψαν. Το στήθος της είχε φουσκώσει. Το χαμόγελό της είχε όση καλοσύνη χωρούν δυο χείλη. Ήταν σα μικρή Παναγιά. Μου άρπαξε αποφασιστικά το χέρι.

 

-Δεν έχουμε χρόνο. Πάμε γρήγορα.

 

Αρχίσαμε να τρέχουμε σαν κυνηγημένοι. Παίρνοντας την πρώτη στροφή του δρόμου ακούσαμε πίσω μας την εξαγριωμένη φωνή του Γιώργη να μας βρίζει. Όσο απομακρυνόμασταν η φωνή του έσβηνε, μαζί με όλον τον πόνο της καρδιάς μου που στο τρεχαλητό μας ξεθύμαινε κι ελευθερωνόταν ιδρώτας ποτάμι από όλο μου το σώμα σαν ένα κλάμα που ήταν αδύνατον να συγκρατήσω.

 

Σταματήσαμε μόνο σαν φτάσαμε στο λιβάδι μας. Στο δικό μας λιβάδι. Το λιβάδι με τις κόκκινες τουλίπες.

 


Tuesday, December 29, 2009

"Το Συμβάν" - κεφ. 10ο (Προδημοσίευση)



10.

 

Γενάρης, Φλεβάρης, Μάρτης του ’69. Κάθε μέρα προσδοκία, κάθε μέρα απογοήτευση. Σχολείο και δουλειά. Πορτοκάλια, μανταρίνια και λεμόνια. Θλίψη. Νοσταλγία. Κρύο πολύ. Ο καινούριος χρόνος καινούρια χαρά δεν έφερε. Κανένα μαντάτο. Τελευταίο βράδυ του Μάρτη ήτανε. Πριν πέσω για ύπνο ένιωσα τόσο πόνο στην καρδιά μου που ευχήθηκα ολόψυχα, να πεθάνω. Δεν χωρούσα άλλη πίκρα. Κοιμήθηκα βαθιά.

 

Εκείνο το βράδυ είδα στον ύπνο μου το πιο όμορφο και το πιο παράξενο όνειρο της ζωής μου: Βρέθηκα σ’ έναν κήπο που όμοιό του δεν απάντησα ποτέ στον Κάμπο. Τα δέντρα είχαν πάνω τους, ταυτόχρονα, λουλούδια και καρπούς. Η ευωδιά τους με μέθυσε θαρρείς και ήμουν ολότελα ξυπνητός. Πλημμύρισα από μια ευτυχία που ανάλογη μέχρι τότε δεν είχα ζήσει. Μια ευτυχία «χρυσή», μόνον έτσι μπορώ να την χαρακτηρίσω. «Είναι υπέροχα εδώ», σκέφτηκα σαν να μην το σκέφτηκα, μιας και το φώναζαν όλες οι αισθήσεις μου, και σαν να απευθυνόμουν σε κάποιον που με άκουγε αλλά δεν τον έβλεπα, ρώτησα: «πού είναι όμως όλοι αυτοί που αγαπάω;». Ήταν ολοφάνερο πως βρισκόμουν μόνος σ’ αυτόν τον μοναδικό κήπο. «Είναι όλοι εδώ κι ας μην τους βλέπεις, μην ανησυχείς», μου απάντησε μια ζεστή, ειρηνική φωνή, που δεν ήρθε απέξω. Την άκουσα ολοκάθαρη μέσα στην καρδιά μου.

 

Είναι αλήθεια πως δεν είχα κανένα αίσθημα ανησυχίας ούτε μοναξιάς. Ήταν τέτοια η πληρότητα που είχα, που δεν άφηνε χώρο για τέτοια συναισθήματα. Αν ρώτησα πού βρίσκονται όσοι αγαπώ, το έκανα περισσότερο από περιέργεια, ίσως γιατί δεν μπορούσα να πιστέψω πως ήταν δυνατόν να είμαι τόσο ευτυχισμένος χωρίς τους αγαπημένους μου. Δεν ήταν δυνατόν ένα τέτοιο μοναδικό περιβόλι να έχει φτιαχτεί μόνο για μένα. Κι ακόμα, μια τέτοια ευτυχία θα μπορούσα να την χαίρομαι μόνον εγώ;

 

Ξαφνικά, χωρίς να πάρω είδηση από πού, ξεπρόβαλλε στο πλάι μου η Ελισώ, χαμογελαστή όσο ποτέ άλλοτε. Μου έπιασε απαλά το χέρι κι αρχίσαμε να περπατάμε μέσα σ’ ένα κατάφωτο μονοπάτι. Μιλούσαμε για όλα όσα περάσαμε όλους αυτούς τους μήνες, με κάθε λεπτομέρεια, αλλά κανένα αίσθημα πόνου δεν υπήρχε στα λόγια μας και στις καρδιές μας. Το πρόσπωπό της άστραφτε σαν ήλιος. Ήμασταν περισσότερο ευτυχισμένοι από ποτέ. Κυρίως μιλούσα εγώ, όπως συνέβαινε και στην πραγματικότητα. Τόσο πολύ της μίλησα, τόσο αχόρταγα της τα είπα όλα μονορούφι, τόσο ανοιχτόκαρδα με άκουγε με το κεφάλι σκυμμένο και όλη την ακοή που θα μπορούσε εκείνη την ώρα να έχει ο κόσμος, που όταν ξύπνησα δεν είχα πια κανένα βάρος στην καρδιά μου. Στη διάρκεια της μέρας που ακολούθησε, οι μεθυστικές μυρωδιές των λουλουδιών του κήπου στα ρουθούνια μου, κράτησαν πολλές ώρες, πράγμα αληθινά παράδοξο, αλλά απολύτως αισθητό. Η χρυσή ευτυχία δεν έλεγε να φύγει απ’ την καρδιά μου. Σαν να είχα χάσει όλο μου το σωματικό βάρος μαζί με το ψυχικό. Μόνο την αίσθηση της ανάσας μου είχα, που την ένιωθα λεπτή στο στέρνο μου σα μεταξωτή κλωστή. Δεν περπατούσα. Πετούσα.

 

Πρώτη φορά αναρωτήθηκα τι συμβαίνει με τα όνειρα. Αν ταξιδεύουν κι αν έχουν την ικανότητα να απευθύνονται σε κάποιον άλλον την ώρα που τα βλέπεις. Ωστόσο, τέτοιο όνειρο ποτέ δεν είχα ξαναδεί και ούτε ποτέ θα ξανάβλεπα. Δεν ήταν διόλου φανταστική αυτή η συνάντηση, καθόλου πλασματικός αυτός ο κήπος, καρπός της φαντασίας μου ή προβολή των επιθυμών μου, και είμαι απολύτως βέβαιος γι’ αυτό. Είχαμε πράγματι βρεθεί οι δυο μας εκεί. Και δεν της μιλούσα μόνον εγώ. Την άκουγα να μου λέει πόσο δύσκολος ήταν και γι’ αυτήν ο χειμώνας. Πόσο μελαγχολικός και μονότονος. Πως ο πατέρας της έλειπε συχνά τα βράδια, κάτι που δεν το συνήθιζε. Πως είχε αλλάξει συμπεριφορά και είχε γίνει σκεφτικός και αμίλητος σαν κάτι σοβαρό να τον απασχολούσε. Μου είπε και για τον Γιώργη που είχε γίνει φοβερά απαιτητικός και δύστροπος. Νευρίαζε διαρκώς και όλα τού έφταιγαν. Της φερόταν βίαια και όποτε έβρισκε αφορμή της έλεγε να με ξεχάσει. «Δεν ήμουν γι’ αυτήν», έλεγε. Είναι αλήθεια πως ο Γιώργης ποτέ δε με συμπάθησε κι απ’ την αρχή έψαχνε αφορμή να μου το δείξει με τον χειρότερο τρόπο. Είχε φτάσει να μου πει πως του έκλεψα την αδερφή. Μα όλα αυτά, καθώς περπατούσαμε μέσα στον εξαίσιο αυτόν κήπο, ειπώνονταν με την γαλήνη που θα αφηγούταν ένα παραμύθι ένας καλός παραμυθάς. Η ευτυχία μας παρέμενε ασάλευτη. Αδιατάρακτη μέσα σ’ αυτό το σλλόκοτο και ευσεβές όνειρο.

 

Είναι τόσο όμορφα παράξενα όλα αυτά. Πώς γίνεται να ζεις τόσο έντονα ένα όνειρο και να ξυπνάς ευτυχισμένος σαν να είχες περάσει όντως όλη τη νύχτα με την αγαπημένη σου στον πιο ωραίο κήπο του κόσμου, θαρρείς και δεν υπήρξε καμιά διαχωριστική γραμμή από τον κόσμο του ονείρου στον πραγματικό; Να λες όλες τις θλίψεις κι όλα τα βάσανά σου στον άλλον όπως κι εκείνος σ’ εσένα κι αυτό που μένει να είναι μόνο μια μεγάλη χαρά και μόνο χαρά; Μήπως τελικά ήταν αρκετό, ακόμα και μέσα στο όνειρο, το γεγονός πως όλα τα μοιράστηκα κι απ’ τη στιγμή που τα μοιράστηκα έγιναν καπνός οι λύπες και διασκορπίστηκαν σαν να μην υπήρξαν ποτέ; Κι όμως, αυτό το όνειρο ήταν κάτι πολύ περισσότερο από ένα κανονικό όνειρο. Έμοιαζε δώρο απ’ τον ουρανό. Ίσως, ένα μεγάλο δώρο στον μεγάλο πόνο της μεγάλης αγάπης μας.

 

 

Κατέβηκα στην κουζίνα κι έκοψα μια μεγάλη στρογγυλή φέτα ψωμί. Πήρα μαρμελάδα πορτοκάλι, φτιαγμένη από τα χέρια της μάνας μου και τις πορτοκαλιές μας, έβαλα και βούτυρο κι έφαγα με πολλή όρεξη. Είδα τη μάνα μου να σταυροκοπιέται και την άκουσα να λέει αναστενάζοντας βαθιά: «Δόξα σοι ο Θεός! Θέλεις κι ένα ποτήρι γάλα»; «Και βέβαια θέλω», απάντησα ενθουσιασμένος. Τότε συνειδητοποίησα πως τον τελευταίο καιρό δεν έπαιρνα καθόλου πρωινό. Έφευγα κατευθείαν για το σχολείο κι άφηνα πικραμένη και απορημένη τη μάνα μου να με κοιτά. Μόλις απόφαγα σηκώθηκα, της έδωσα ένα δυνατό φιλί στο μάγουλο όπως έκανα χρόνια τώρα, πριν απ’ αυτόν τον χειμώνα, κι έφυγα τρέχοντας για το σχολείο.

 

Είχα πάρει δύναμη. Είχε επιστρέψει μέσα μου η χαρά και η ελπίδα. Το χαμόγελο και η όρεξη, όχι μόνο για φαγητό, αλλά για όλες τις στιγμές της ζωής που όταν δεν τις ζεις γίνεσαι ένα με τους πεθαμένους και γεμίζεις μέσα σου μαύρες τρύπες σαν αυτές του σύμπαντος που μπορούν να ρουφήξουν όλο το φως που είναι κοντά τους, ενώ κανονικά εσύ είσαι ένας γαλαξίας γεμάτος άστρα, δορυφόρους και πλανήτες, και το ξέρεις. Γεμάτος άπειρο φως σαν αυτό της πρώτης δημιουργίας του κόσμου. Από το τίποτα έσκασε άπειρο φως. Κι έτσι, «εγένετο φως!». Τι δουλειά είχα εγώ με τις μαύρες τρύπες;

 

Καθώς περπατούσα στο δρόμο για το σχολείο για πρώτη φορά σκέφτηκα τον ήχο της μάνας μου. Η μάνα μου, όπως κάθε μάνα, έχει κι αυτήν τον δικό της ήχο. Κάθε πρωί με ξυπνούν τα βήματά της πάνω κάτω στην κουζίνα. Οι κατσαρόλες και τα ταψιά της που μπαινοβγαίνουν στο φούρνο. Η σκούπα της, οι εξώπορτες που ανοιγοκλείνει, το σύρσιμο από τις καρέκλες που μετακινεί για να συγυρίσει το σπίτι. Παλιότερα εκνευριζόμουν που με ξυπνούσε με όλον αυτόν το σαματά. Τώρα όμως μου αρέσει πολύ. Αυτός είναι ο ήχος της προστασίας μου. Ο φύλακας - ήχος που δεν επιτρέπει την είσοδο της απόλυτης μοναξιάς στη ζωή μου. Το προστατευτικό μου δίχτυ που βρίσκεται πάντα εκεί, ακόμα κι όταν η επίθεση της θλίψης είναι τόσο άγρια που με παραπλανά. Με εξαπατά, και νομίζω πως ήρθε το τέλος του κόσμου κι έμεινα τελευταίος κάτοικος του πλανήτη. Είναι η υπόσχεση πως η ζωή δεν τελειώνει. Πως η μήτρα που με γέννησε είναι ακόμη ανοιχτή για μένα κι ας μην την αποζητώ μιας και σιγά σιγά γίνομαι άντρας. Είναι ο δρόμος που ανεπαίσθητα με ανδρώνει, οδηγώντας με στην άλλη μήτρα που αγαπώ.

 

Η Ελισώ δίχως μάνα δεν έχει την πολυτέλεια να δυσανασχετεί μ’ αυτό που εγώ τόσα χρόνια δυσανασχετώ, σκεφτόμουν. Ούτε όμως και να χαρεί αυτό που εγώ χαίρομαι. Είναι τόσο σπουδαίο να έχεις μια μάνα να σε φροντίζει ακούραστα. Να ξέρεις πως είναι πάντα εκεί. Πως όπου και να πάει θα γυρίσει. Πως όση κούραση κι αν έχει θα σε καληνυχτίσει. Πως όσο κι αν την λύπησες, τη θύμωσες, την πλήγωσες, θα τα ξεχάσει όλα και θα σ’ αγκαλιάσει ξανά. Θα σου χαμογελάσει πάλι. Πως ό, τι και να σου πει, ό, τι και να σου κάνει, δε θα είναι γιατί θέλει το κακό σου, αλλά γιατί καμιά φορά η κούραση την προσπερνά, το μυαλό δε χωράει άλλες έννοιες και τα νεύρα κάποτε υποκύπτουν στα βάσανα. Πως είτε μιλά είτε σιωπά, σε έχει στην καρδιά της και τίποτα δεν μπορεί να σε βγάλει από κει. Μια μάνα που σε ξυπνά εν τέλει αιφνιδιαστικά ή και άγαρπα κάθε πρωί μ’ έναν τόσο αξιολάτρευτο θόρυβο όπως το κύμα της θάλασσας το κορμί σου.

 

Κι ακόμα, σκέφτηκα τη μυρωδιά της. Μια μυρωδιά ζυμωμένη από κουλουράκια, τσουρέκια, γλυκά του κουταλιού, μαρμελάδες βερίκοκου, φράουλας, πορτοκαλιού. Από ντομάτες, κρεμμύδια, χοιρινό, πατάτες τηγανιτές. Μπουγάδες, απορρυπαντικά, σαπούνια, χώματα. Μια μυρωδιά που περικλείει όλα τα αρώματα του κόσμου, από την ρίγανη μέχρι την αμπαρόριζα, τον δυόσμο και τον βασιλικό. Όλη τη φύση και όλη την φροντίδα για την φύση και τους ανθρώπους που αγαπάει. Όλον τον ακούραστο αγώνα της για τους άλλους. Να μη τους λείψει τίποτα. Να τα οικονομήσει όλα. Να χαρεί μαζί τους τη χαρά, να θεραπεύσει τον πόνο τους.

 

Τι θα έκανα αν μια μέρα έχανα την μάνα μου; Δεν ήθελα ούτε να το σκεφτώ. Όλοι μας σ’ αυτήν στηριζόμασταν. Απ’ αυτήν παίρναμε δύναμη και κουράγιο κι ας μην το συνειδητοποιούσαμε. Εμείς τη λησμονούσαμε. Αυτή, εμάς, ποτέ. Δεν ξέρω γιατί όλα αυτά τα σκέφτηκα πρώτη φορά το πρωινό εκείνο μετά από το όνειρο που δεν ήταν όνειρο.

 

 

Με το που έφτασα στο σχολείο κατάλαβα πως κάτι διαφορετικό συνέβαινε. Υπήρχε ένας διάχυτος ενθουσιασμός. Το νέο πήγαινε από στόμα σε στόμα: θα ερχόταν επιτέλους και σ’ εμάς το ρεύμα. Τέρμα οι γκαζόλαμπες. Τα σπίρτα. Ο καπνός. Η μυρωδιά του πετρελαίου που φόρτιζε την ατμόσφαιρα του σπιτιού τα βράδια σα στεναχώρια αποπνικτική. Και δεν θα πήγαινε μόνο στα σπίτια. Σιγά σιγά θα φωτίζονταν και οι δρόμοι. Έτσι θα μπορούσα κι εγώ να πηγαίνω κρυφά καμιά νύχτα μέχρι τη Χώρα να βλέπω την Ελισώ, -έλεγα με το νου μου.

 

Μα δεν ήταν μόνον αυτό. Δε θα αργούσε να έρθει και η τηλεόραση, έλεγαν. Αυτό το μαγικό κουτί που σε ταξιδεύει σε όλα τα μέρη της χώρας και, ποιος ξέρει, ίσως κάποτε και σε όλα τα μέρη του κόσμου, χωρίς να κουνηθείς από τη θέση σου. Όλα αυτά ακούγονταν σα μαγικά στ’ αφτιά μας. Οι καθηγητές μπαίνοντας στην τάξη γι’ αυτά μιλούσαν και η χαρά όλων μας άγγιζε το παραλήρημα.

 

 

Ήμουν στην ε΄ γυμνασίου. Είχα αποφασίσει πως εκτός από ποιητής, τελικά, θα γινόμουν και αστροφυσικός. Δεν υπήρχε σχολή τέτοια στην Ελλάδα. Τα είχα όμως όλα πολύ προσεκτικά σχεδιάσει. Θα γινόμουν πρώτα φυσικός, θα σπούδαζα στην Αθήνα και μετά θα έφευγα στην Αγγλία, ίσως και στην Αμερική. Ήμουν πολύ καλός μαθητής, θα κατάφερνα δίχως άλλο να πάρω μια υποτροφία για να μην επιβαρύνω τον πατέρα μου, ακριβώς όπως είχαν κάνει και οι δυο μεγάλες αδερφές μου που σπούδαζαν δασκάλες στην Ακαδημία της Μυτιλήνης.

 

Η Καλλιόπη με περνούσε ένα χρόνο. Είχε σταματήσει το σχολείο. Δεν αγαπούσε τα γράμματα. Το όνειρό της ήταν να γίνει μοδίστρα και θα γινόταν τέλεια μοδίστρα, τόσο που της άρεσε να σχεδιάζει ρούχα, να διαβάζει περιοδικά μόδας και να ράβει φορέματα και φούστες ξεπατικώνοντας πατρόν. Εμένα, όμως, με μεθούσε ο ουρανός, κι ας προσπαθούσαν οι γονείς μου να με στρέψουν στην Ακαδημία να γίνω δάσκαλος. Ούτε που να τ’ ακούσω. Τον ουρανό ήθελα να καταλάβω. Μπορούσα να τον καταπιώ; Θα τον κατάπινα ευχαρίστως. Οι πλανήτες, το ηλιακό σύστημα, όλη αυτή η αδιασάλευτη ισορροπία εκεί ψηλά, οι αντίθετες δυνάμεις, η δημιουργία του κόσμου, οι γαλαξίες, τα αμέτρητα άστρα και το άπειρο με ξετρέλαιναν. Πολλοί συμμαθητές μου με κορόιδευαν. Δε μ’ ένοιαζε όμως. Εξάλλου και για την αγάπη μου στην Ελισώ με κορόιδευαν. Το είχα συνηθίσει και δεν με άγγιζε πια.

 

«Μην ακούς τα λόγια του κόσμου, γιε μου», έλεγε ο παππούς. «Ο κόσμος είναι πάντα κόσμος. Αλλά εμείς δεν είμαστε κόσμος, είμαστε παιδιά και μακάρι μέχρι τέλους, παιδιά να μείνουμε». Αυτά έλεγε και μ’ έκανε να νιώθω πως κατά κάποιον τρόπο, ήμασταν συνομήλικοι και οπωσδήποτε, πολύ διαφορετικοί απ’ τους άλλους.

 

Συχνά σκεφτόμουν, -και είναι αλήθεια πως το σκέφτομαι μέχρι σήμερα που όλα είναι τόσο διαφορετικά από τότε-, πως ήμουν το πιο πλούσιο, το πιο τυχερό, το πιο ξεχωριστό παιδί του κόσμου, μ’ έναν παππού σαν τον παππού μου. Δεν υπήρχε, -και είμαι βέβαιος μέχρι σήμερα πως δεν θα υπάρξει ποτέ-, παππούς σαν τον δικό μου σε όλον τον πλανήτη.

 

 

Επέστρεψα τρέχοντας στο σπίτι κι έτρεξα να του πω τα νέα.

 

«Ο κόσμος αλλάζει γιε μου… αλλάζει γρήγορα... θα δούμε πράγματα… που δεν τα βάζει ο νους μας... θα δεις... μπορεί να φτάσουμε και στο φεγγάρι... πέρσι δεν τα καταφέραμε.. κάηκαν τρεις άνθρωποι... πάνε τα παιδιά... όμως μια μέρα θα γίνει... είμαι σίγουρος... φαντάζεσαι… να φτάσουμε στο φεγγάρι... ένα σπίτι… στο φεγγάρι... ένας κόσμος στο φεγγάρι... αλλιώτικος...»

 

Κουνούσα καταφατικά το κεφάλι. Χαμογελούσαν και τ’ αφτιά μου και του χάιδευα το αδύναμο χέρι. Ήμουν τόσο χαρούμενος, τόσο ενθουσιασμένος που δεν το άντεχα. Νόμιζα πως θα σκάσουν οι φλέβες μου απ’ την πολλή χαρά. Θα πεταχτεί το αίμα μου σιντριβάνια που θα εκραγούν σε κάθε μέλος του κορμιού μου: χέρια, πόδια, κοιλιά, πλάτη, και το πιο μεγάλο, το πιο εντυπωσιακό στο στέρνο μου από την καρδιά μου.

 

Αν ήταν εδώ και η Ελισώ δεν θα ήθελα τίποτα άλλο. Την είχα δει όμως στον ύπνο μου και το όνειρο που δεν ήταν όνειρο, ήταν ακόμα ζωντανό...


 

"Το Συμβάν" - κεφ. 9ο (Προδημοσίευση)




9.

 

Ήρθανε Χριστούγεννα. Η Ελισώ δεν ήρθε. Η Καλλιόπη μού χάρισε εφτά αυτοσχέδια κουκλάκια που έφτιαξε από ύφασμα. Μου τα παρουσίασε ένα ένα: την Ελισώ, εμένα και τα πέντε παιδιά μας, τρία κορίτσια και δυο αγόρια. Αυτή ήταν η αγαπημένη της ασχολία: να κόβει και να ράβει υφάσματα για να φτιάχνει κούκλες, να τις βάζει μάτια, μύτες, στόματα, μαλλιά, με ό, τι έβρισκε, καρφίτσες, πινέζες, κουκούτσια, και μετά να τις βάφει με τα χρώματά της. Όσο προχωρούσε στα μαθήματα ραπτικής έφτιαχνε, βέβαια, σιγά σιγά και ρούχα, αλλά ποτέ δεν εγκατέλειψε το παιχνίδι με τα χειροποίητα κουκλάκια. Τα πήρα όλα και τα έβαλα μέσα σ’ ένα ξύλινο καράβι που είχα φτιάξει. Αυτή ήταν μια από τις δικές μου ασχολίες. Μου είχε μάθει ο παππούς να σκαλίζω τα ξύλα για να φτιάχνω καράβια, κάτι που έμελλε αργότερα να μου φανεί πολύ παραπάνω χρήσιμο απ’ όσο τότε μπορούσα να υποπτευθώ. Με κόκκινη μπογιά έγραψα καλλιγραφικά το όνομα της Ελισώς στην πρύμνη και ύστερα το έβαλα μέσα σ’ ένα ξύλινο κουτί που πάνω του, με την ίδια κόκκινη μπογιιά, έγραψα: «Καλά Χριστούγεννα».

 

Πήγα για άλλη μια φορά στο κλειστό σπίτι της. Έσκαψα το χώμα μπροστά στην αυλόπορτα κι έβαλα μέσα το δώρο μου. Το σκέπασα με φύλλα και κλαδιά. Ξαφνικά μ’ έπιασε ένα σύγκρυο. Δεν ήθελα βέβαια να δει κανείς αυτό που αφήνω και γι’ αυτό το καταχώνιασα μέσα στη γη, αλλά μόλις τελείωσα το καμουφλάζ, ένα πρωτόγνωρο άγριο αίσθημα με κυρίεψε: αισθάνθηκα πως θάβω την αγάπη μου. Προσπάθησα να μην το σκέφτομαι. Γύρισα στο σπίτι ταραγμένος. Ανέβηκα τρέχοντας τις σκάλες και πήγα κατευθείαν στον παππού.

 

-      Ξέρεις να μου πεις ένα παραμύθι, τον ρώτησα.

-      Το παραμύθι το ζεις γιε μου...

-      Δεν θέλω αυτό που ζω. Ένα άλλο ξέρεις να μου πεις;

-      Μια φορά κι έναν καιρό… ήταν… ο Ισίδωρος και η Ελισώ... ο Ισίδωρος αγαπούσε πολύ την Ελισώ... αλλά και η Ελισώ… αγαπούσε πολύ τον Ισίδωρο...

-      Όχι παππού, είπα και με πήραν τα κλάματα. Άφησέ τους αυτούς... Πες μου άλλο...

 

Άπλωσε το χέρι και με χάιδεψε. Αχ, το χάδι του παππού δεν έμοιαζε με κανένα χάδι στον κόσμο ολόκληρο. Ήταν τόσο ελαφρύ. Σαν να άγγιζε και να μην άγγιζε. Αυτά τα χέρια δεν ήταν από σάρκα με αίμα και νερό. Ήταν φτιαγμένα από πούπουλα. Πούπουλα ζεστά, γεμάτα θαλπωρή και τρυφερότητα. Γλυκάθηκε το είναι μου.

-      Τα καλά τα παραμύθια τα ήξερε η Μαρικούλα… τι να σου πω τώρα εγώ… θα σου πω μόνο πως… το πιο ωραίο παραμύθι… είναι η ζωή, γιε μου... η κάθε στιγμή μας... με όλη της την ομορφιά… τον πόνο... την αγριάδα... τη γλύκα της... τους ήλιους και τις αστραπές της... τα μισά φεγγάρια της... μην αρνείσαι τη στιγμή... ό, τι έχεις… είναι η στιγμή... είτε κλαίει... είτε γελά... κράτησέ την... σα μωρό... τάισέ την... γάλα της καρδιάς σου... νανούρισέ την... χάιδεψέ τη... που θα ζήσει τόσο λίγο... για να δώσει τη θέση της σε άλλη... κι έτσι θα μάθεις να ζεις... να πεθαίνεις... μέσα από τις στιγμές... δεν έχει τελειωμό... μέχρι την στερνή στιγμή ... που θα μας οδηγήσει... στην αιώνια στιγμή... την πιο μεγάλη... την πιο ωραία...

-      Δε θέλω να πεθάνεις παππού, του είπα και τον έσφιξα δυνατά, περνώντας τα χέρια μου στο λαιμό του.

-      Δεν πρόκειται να πεθάνω… χειμώνα καιρό, γιε μου... θ’ ανθίσουν τα περιβόλια... θα γεμίσουν πάλι τα χωράφια… τουλίπες κόκκινες... άγριες ορχιδέες... κι αφού μοσχοβολήσει όλο το νησί... θα έρθει κι η σειρά μου... ν’ ανθίσω...

-      Δεν θέλω ούτε τότε, ούτε τώρα, ούτε ποτέ...

-      Μη νοιάζεσαι γι’ αυτό... είναι ώρα για ύπνο... κοιμήσου γιε μου... ονειρέψου τα πιο ωραία… όνειρα... τελειώνει ο χειμώνας... θα έρθει και η Ελισώ... κι εσύ της λείπεις... καλό ξημέρωμα... βάλε μόνο... λίγο καπνό... στην πίπα... άναψε κι ένα σπίρτο... σήμερα... θέλω να καπνίσω...

 

Έβαλα καπνό στην πίπα του, την έβαλα με προσοχή στο στεγνό του στόμα, άναψα κι ένα σπίρτο. Τράβηξε μια κουρασμένη ρουφηξιά.

 

-      Αααχ... η ζωή είναι ωραία... είπε χαμογελώντας. Πήγαινε τώρα...

 

 


Sunday, December 27, 2009

"Το Συμβάν" - κεφ.8ο (Προδημοσίευση)



 

8.

Ο χειμώνας του ’68 ήρθε βαρύς. Βαρύς από μοναξιά. Μέρα με τη μέρα μού έλειπε όλο και περισσότερο η Ελισώ. Ούτε ένα Σαββατοκύριακο δεν ήρθαν στον Κάμπο ολάκερο χειμώνα. Μέσα στη θλίψη μου ένιωθα να ξεθωριάζουν τα χρώματα του κόσμου. Η λάμψη τους έσβηνε. Όλα γίνονταν όνειρο μελαγχολικό σε ύπνο και ξύπνιο. Όνειρο αδηφάγο που κατέτρωγε τη σάρκα της καθημερινότητας. Της κάθε μου στιγμής. «Χάντρες κομπολογιού οι μέρες μου, σε χέρια κουρασμένου γέρου», έγραψα ένα απόγευμα του Νοέμβρη στο σημειωματάριό μου. Δεν ήξερα τι να κάνω. Παρέες δεν είχα πια, γιατί κανέναν δεν ήθελα. Μόνος στο σχολείο, μόνος στους δρόμους και στα θελήματα, μόνος στο κτήμα, μόνος στο σπίτι κι ας υπήρχε κόσμος γύρω μου παντού. Πρώτη φορά στη ζωή μου δεν μπορούσα τίποτα να χαρώ. Με τίποτα να γελάσω. Να ξεχαστώ. Να ευχαριστηθώ μια στάλα. Οι συμβουλές του παππού, πώς να χαίρομαι κάθε στιγμή σαν να είναι η πρώτη και η τελευταία, εξανεμίστηκαν σαν να μην τις είχα ακούσει ποτέ. Σαν να μην ήμουν ο ίδιος άνθρωπος που τις είχε πιστά ακολουθήσει από τα πρώτα του βήματα.

 

Περνούσα κάθε μέρα από το σπίτι της. Κάθε μέρα κοιτούσα τα κλειστά του παράθυρα. Κάθε μέρα άφηνα κι από ένα λουλούδι, ένα φρούτο, μια πετρούλα, ένα χάδι στην αψιδωτή του πόρτα ή ένα μουσκεμένο φιλί στη γέρικη ελιά που έστεκε εκεί αγέρωχη, ασυγκίνητη μπρος στον καημό μου. Μάταια περίμενα να φανεί. Η μυρωδιά της με τύλιγε. Η σκιά της γινόταν ένα με τη δική μου. Η Ελισώ πουθενά. Ασυνήθιστο γεγονός. Τι συνέβαινε;

 

Μέσα σε όλα αυτά, ο παππούς έπεσε άρρωστος στο κρεβάτι. Πονούσε η καρδιά μου να βλέπω αυτόν τον λεβεντάνθρωπο ανήμπορο. Να δυσκολεύεται να μιλήσει, να φάει και να πιει. Να καπνίσει την αγαπημένη του πίπα που τώρα έγερνε παρατημένη στο κομοδίνο του, όπως εγώ τις νύχτες στο στρώμα μου. Τώρα καθόμουν δίπλα του και του διάβαζα εγώ τα βιβλία που αγαπούσε. Αυτά που κάποτε μου διάβαζε εκείνος. Η όρασή του είχε εξασθενήσει. Μόνος του δεν τα κατάφερνε. Πολλές φορές, ενώ του διάβαζα, τον έπαιρνε ο ύπνος. Άλλοτε, ένιωθα πως ακόμα και μες στον ύπνο του μ’ ακούει. Δεν σταματούσα μέχρι να σιγουρευτώ πως κοιμήθηκε για τα καλά. Κι ύστερα, καθόμουν στο δικό του τραπεζάκι κι έγραφα, έγραφα... Έγραφα με τις ώρες κι ας φώναζε η μάνα μου να πάω για ύπνο. Ήξερε καλά την αδυναμία που είχαμε ο ένας στον άλλον και δεν επέμενε πολύ.

 

Το γράψιμο ήταν η μόνη μου παρηγοριά. Ζούσα μέσα στις λέξεις αυτό που μου στερούσε η ζωή. Μέσα στις λέξεις μεγάλωνα. Γίνονταν μάνα και πατέρας μου. Γίνονταν η αγαπημένη. Ο ανήμπορος παππούς μου. Μέσα σε λίγο διάστημα και σχεδόν ανεπαίσθητα, το σπίτι μου από πέτρινο έγινε χάρτινο: ένα σημειωματάριο που γέμιζε λέξεις που λάτρευα, λέξεις που ποθούσα, λέξεις που με πονούσαν και με παρηγορούσαν, όσο τούς ήταν δυνατό. Ό,τι πιο υπαρκτό είχα στη ζωή μου εκείνο το διάστημα ήταν οι λέξεις. Συχνά δεν πήγαινα να κοιμηθώ στο κρεβάτι μου. Ξάπλωνα πλάι στον παππού και εκεί ονειρευόμουν. Σαν μωρό που το εγκατέλειψαν κούρνιαζα στην άκρη του κρεβατιού του και προσπαθούσα να ησυχάσω έναν φόβο που μέρα με τη μέρα γινόταν όλο και πιο έντονος. Γινόταν τρόμος: μήπως πεθάνει κι απομείνω έρημος. Η Ελισω μακριά μου κι ο παππούς να πεθαίνει. Κι όμως, ήξερα πως δεν ήταν μόνον αυτός ο φόβος. Υπήρχε κάτι ακόμα που ο νους μου αδυνατούσε να συλλάβει. Δεν ήξερα τι ήταν, μα ένιωθα να πλησιάζει σαν μαύρο σύννεφο απειλητικό. Απ’ αυτά που σπάνια βλέπεις στον ουρανό του νησιού, αλλά όταν έρχονται δεν φέρνουν βροχή, μα χαλάζι, που καταστρέφει τη σοδειά ολόκληρου χρόνου, όπως αυτό του περασμένου χειμώνα.

 

 

Ένα βράδυ, βαριανασαίνοντας, μου είπε:

 

-      Γιε μου... άκουσέ με γιε μου... δεν ξέρω για πόσο ακόμα θα μπορώ... να εκφράζεις αυτά που νιώθεις σ’ αυτούς που αγαπάς... όλους να τους αγαπάς... κι αυτούς που σου έκαναν... ή θα σου κάνουν, κακό... ό, τι έχεις να το βγάζεις στο φως… για να σε γνωρίσουν... μόνο αν σε γνωρίσουν θα σε αγαπήσουν... ό, τι κρατήσεις μέσα σου… δε θα το μάθει κανείς… δε θα το αγαπήσει... κανένα μέρος του σώματός σου… μην το κρατήσεις κρυμμένο... αυτό που σου φαίνεται άσχημο… ή πολύτιμο...

 

Εδώ έκανε μια μεγάλη παύση. Πήρε δυο τρεις βαθιές ανάσες και συνέχισε.

 

-      Κάποτε γιε μου... τον άγγιξα… τον κεραυνό... πού να ξέρω… δεν το μετάνιωσα... άνοιξε το συρτάρι... είναι ένα πακέτο… γράμματα... φύλαξέ τα... όταν νιώσεις… έτοιμος… να τα διαβάσεις... θα καταλάβεις... βγάλε από την αλυσίδα το κλειδί... είναι δικά σου... δεν έχω άλλο… να σου αφήσω... αυτή είναι η περιουσία μου όλη... για σένα... τα γράμματα και η φιλντισένια πίπα...

 

Έσκυψα πάνω του με προσοχή, υπακούοντας στην παράκλησή του, δίχως να καταλαβαίνω τι κάνω και γιατί. Άνοιξα προσεκτικά την αλυσίδα στο λαιμό του με τον σταυρό, τη βέρα και το μικρό κλειδί του συρταριού του. Πήρα το κλειδί και ξεκλείδωσα το συρτάρι. Τυλιγμένα σ’ ένα παλιοκαιρίσιο κιτρινισμένο χαρτί, σφιχτά δεμένα μ’ ένα σπάγκο, μια στοίβα γράμματα. Τα πήρα, κλείδωσα το συρτάρι και πέρασα το κλειδί ξανά στην αλυσίδα για να την κουμπώσω στον λαιμό του. Τα κοίταζα ώρα πολλή σα μαγεμένος, κοκαλωμένος ολότελα. «Ποια γυναίκα ήταν ο δικός του κεραυνός; Τι γράμματα ήταν αυτά που μου εμπιστευόταν και μου τα παρέδιδε σαν ιερό κειμήλιο τέτοια ώρα; Γιατί σ’ εμένα;» Πήγα στο δωμάτιό μου και τα κλείδωσα στο ντουλάπι μου. Δεν ένιωθα έτοιμος να τα διαβάσω εκείνη τη στιγμή. Ήμουν πολύ ταραγμένος.

 

Το άλλο πρωί κι ενώ ετοιμαζόμουν για το σχολείο φώναξα την Καλλιόπη. Ήταν η μόνη που εμπιστευόμουν στο σπίτι και όταν χρειαζόταν στηριζόμουν σ’ αυτήν. Δεν καταλαβαινόμασταν πολύ πολύ, αλλά έχοντας μείνει οι δυο μας, μιας και η Αγγελική με την Ιουλία σπούδαζαν στη Μυτιλήνη, συνωμοτούσαμε συχνά προκειμένου να καταφέρουμε όσα βάζαμε στο νου μας. Αν δεν είχα μέσα μου εκείνον τον παράξενο φόβο δεν θα της εκμυστηρευόμουν ποτέ ένα τέτοιο μυστικό, όμως τον είχα, και γι’ αυτό αποφάσισα να της μιλήσω.

 

-Αν μου τύχει κάτι Καλλιόπη, οτιδήποτε κακό, το κλειδί από το ντουλάπι μου είναι στο ράφι μου κάτω από τα ποιήματα του Βαλαωρίτη. Άνοιξέ το και φέρε μου ό, τι έχω μέσα χωρίς να του ρίξεις ούτε ένα βλέμμα. Αν τύχει κάτι ακόμα χειρότερο… αν τυχόν, λέμε τώρα… αν τυχόν πεθάνω, τότε ό, τι έχει μέσα να το κάψεις, ακούς;

 

Με κοίταξε σαστισμένη. Ύστερα μου ’βαλε τις φωνές.

 

-      Είσαι με τα καλά σου; Τι είναι αυτά που λες; Ήσουν που ήσουν παράξενος από γεννησιμιού σου, τελευταία μου φαίνεται πως τα έχεις χάσει ολότελα. Σταμάτα να λες χαζομάρες και πάμε γιατί κι εσύ θ’ αργήσεις στο σχολείο κι εγώ στο μάθημά μου.

 

Την άρπαξα σφιχτά απ’ τα μπράτσα. Νομίζω πως την πόνεσα και λίγο.

 

-      Δε μπορώ να σου εξηγήσω Καλλιόπη. Μην κάνεις τίποτα τώρα, δεν χρειάζεται. Θέλω μόνο να ξέρω: αν χρειαστεί, και μακάρι να μην χρειαστεί, θα κάνεις ό, τι σου ζήτησα; Πες μου αλήθεια, θα το κάνεις;

 

-      Εντάξει, θα κάνω ό, τι θες, στο υπόσχομαι, απάντησε και γύρισε γρήγορα αλλού το κεφάλι. Πάμε τώρα.

 

Η Καλλιόπη έφυγε για την μοδίστρα στην οποία πήγαινε κάθε πρωί για να μάθει ραπτική κι εγώ πήρα το λεωφορείο για το σχολείο μου. Στο δρόμο είδα κάτι απίστευτο. Κάτι που ποτέ δεν είχα φανταστεί πως μπορούσε να συμβεί. Δεκάδες άνθρωποι στα στενά δρομάκια του Κάμπου έβαφαν τους μαντρότοιχους των περιβολιών με ασβέστη. Σοκαρίστηκα. Αυτές οι πέτρες που κάθε μια τους είχε πάνω της ένα σωρό χρώματα της γης των Θυμιανών και μια ιστορία αρκετών αιώνων, τώρα βάφονταν άσπρες. Έχαναν την γοητεία τους, τη ζωντάνια τους. Όλη τη ζεστασιά τους. Ποιοι κατέστρεφαν την περιουσία του τόπου μας και γιατί; Στο σχολείο μάθαμε την αιτία της συμφοράς: θα επισκεπτόταν τη Χίο ο Παττακός. Άλλοι έλεγαν πως ο ασβέστης ήταν καθαρά για λόγους απολύμανσης και υγιεινής και άλλοι ότι επειδή τα άλλα νησιά του Αιγαίου που είχε επισκεφτεί ήταν βαμμένα άσπρα έπρεπε κι εμείς να συμμορφωθούμε.

 

Νιώσαμε ξαφνικά βρώμικοι και επιρρεπείς στις ασθένειες. Νιώσαμε απολίτιστοι, που τόσα χρόνια ζούσαμε χωρίς ασβέστη. Πράγματι, ο Παττακός ήρθε στα μέσα του Νοέμβρη. Η εφημερίδα ‘Χιακός λαός’ έγραφε με μεγάλους παχείς τίτλους στο πρωτοσέλιδο: «Ο ιεραπόστολος αγάπης και ομόνοιας των Ελλήνων κ.Στυλιανός Παττακός εγένετο ενθουσιωδώς δεκτός από τον λαόν της Χίου.» «Δε θα ανεχθώμεν εμπόδιια εις την πρόοδον», ήταν η δήλωσή του. Άρα, ο ασβέστης ήταν πρόοδος, συμπεράναμε εμείς με το φτωχό μυαλό μας, μισοαστεία, μισοσοβαρά.

 

Όταν πέρασε απ’ τον Κάμπο η οικογένειά μου έμεινε κλεισμένη στο σπίτι. Ο πατέρας μου είχε εξοργιστεί που μας άσπρισαν τον μαντρότοιχο. Ένιωθε υπεύθυνος στο αφεντικό του, τον Παπαντωνάκη. Ήταν σίγουρος πως καθόλου δεν θα του άρεσε αυτό που θα έβλεπε το επόμενο καλοκαίρι, αν τυχόν ερχόταν. Ο Παττακός βέβαια έφυγε γρήγορα και το μόνο που έμεινε να μας θυμίζει την έλευσή του ήταν οι ασπρισμένες Θυμιανούτσικες πέτρες, μέχρι που ο καιρός τις ξέβαψε κι αυτές και ήρθαν πάλι στα συγκαλά τους. Κι αυτές κι ελόγου μας.

 


Saturday, December 26, 2009

"Το Συμβάν" - κεφ.7ο (Προδημοσίευση)




7.

 

 

Συχνά αναρωτιόμουν: Τι μου συμβαίνει; Γιατί ενώ ήθελα τόσο πολύ να δω ολόγυμνο αυτό το κορμί που λάτρευα, ενώ καιγόμουν από επιθυμία να το γεμίσω φιλιά, να το κάνω δικό μου και να του δοθώ ολοκληρωτικά, γιατί δεν το έκανα; Γιατί με το πρώτο φιλί μ’ έπιανε τέτοιο χτυποκάρδι που παρέλυε το σώμα μου; Ήμουν δειλός; Είχα τόσο βαθιά ριζωμένο μέσα μου το φόβο της αμαρτίας όπως την διδασκόμασταν στο σπίτι, στο σχολείο και στην εκκλησία; Με τρόμαζε το άγνωστο; Φοβόμουν μην της κάνω κακό; Μήπως αν θα καιγόμουν απ’ τον κεραυνό της; Ή μήπως η απέχθειά μου για τη βία είχε κάποια σχέση με την προσπάθειά μου να συγκρατήσω την σωματική ορμή μου; Τι φοβόμουν; Τι ήμουν; Δεν ήξερα. Δεν μπορούσα να βρω ικανοποιητική απάντηση σ’ αυτά τα ερωτήματα που κατέτρωγαν τις νύχτες το μυαλό μου. Αυτό που ήξερα ήταν πως όλη αυτή η αδυναμία μου ή το φράγμα που συγκρατούσε μέσα μου το χείμαρρο του πόθου μου, ύστερα ξεχείλιζε στο χαρτί. Όλο το πάθος μου γινόταν λέξεις. Θαρρείς και τελικά αυτό που φοβόμουν ήταν πως αν της δοθώ θα χάσω τις λέξεις μου. Μα όχι, ήταν αδύνατον να αγαπώ τις λέξεις μου περισσότερο απ’ την Ελισώ.

 

 

Τον Ιούλη του ’68 και πιθανόν την ημέρα των γενεθλίων μου, έγραψα το πρώτο μου ποίημα. Μόλις είχαμε επιστρέψει από τη θάλασσα και είχα αφήσει την Ελισώ στο σπίτι της. Τόσο δεν χωρούσαν στην καρδιά μου όλα αυτά που ένιωθα, που κάθισα κι έγραψα ένα ποίημα για την θάλασσα των ματιών της. Την αστραφτερή μαύρη θάλασσα των δυο ματιών της. Μετά το πέρασμα τόσων χρόνων, ένας Θεός μόνο ξέρει τι απέγινε αυτό το ποίημα που η μνήμη μου τώρα δε με βοηθά καθόλου να θυμηθώ.

 

Μόλις τέλειωσα το ποίημα, έτρεξα και το έδωσα στον παππού μου. Το διάβασε κι ύστερα σηκώθηκε από την κουνιστή του πολυθρόνα. Μ’ έσφιξε δυνατά μέσα στην πλατιά αγκαλιά του, με φίλησε στο μέτωπο και σαν να είδα τα μάτια του να γυαλίζουνε λίγο.

 

- Δε θα γίνω αστροφυσικός παππού, θα γίνω ποιητής, του είπα όλος καμάρι, αλλά και με λίγη συστολή. Ίσως να κοκκίνισα κιόλας, όπως την πρώτη φορά που φίλησα την Ελισώ στο στόμα.

 

- Να γίνεις ό, τι τραβά η ψυχή σου γιε μου, απάντησε. Ποιητής θέλεις, ποιητής να γίνεις, αστροφυσικός θέλεις αστροφυσικός να γίνεις, καπετάνιος θέλεις, καπετάνιος να γίνεις. Μα ό, τι γίνεις να το αγαπάς και ό, τι αγαπάς να γίνεις. Κι αν τύχει ποτέ να γίνεις κάτι που δεν το διάλεξες εσύ, αλλά, μια μοίρα αντί για σένα, κι αυτό να το αγαπήσεις. Αλλιώς δε γίνεται. Αλλιώς θα σε φάει το μαράζι κι εμάς αυτό δε μας ταιριάζει. Άφησέ το για τους άλλους αυτό. Εμείς έχουμε άλλη φτιαξιά: γεννηθήκαμε λεύτεροι.

 

- Τι θα πει αυτό παππού; Τι θα πει γεννηθήκαμε λεύτεροι;

 

- Θα πει πως, είτε επιλέξαμε μόνοι μας τα δεσμά μας είτε μας επέλεξαν αυτά, εμείς αποφασίσαμε να τα σηκώσουμε παλικαρίσια...

 

Κάθισε πάλι στην κουνιστή του πολυθρόνα κι ενώ εγώ αναρωτιόμουν τι σχέση έχουν τα δεσμά με την ελευθερία, εκείνος γύρισε το κεφάλι στο ανοιχτό βορινό παράθυρο που έφερνε δροσερό το νυχτερινό βοριαδάκι και κοιτάζοντας πέρα μακριά έναν ελαιώνα, συμπλήρωσε τις σκέψεις του παίρνοντας μια βαθιά ρουφηξιά καπνού απ’ την αγαπημένη του φιλντισένια πίπα:

 

-Ποιος ξέρει... ίσως να μη γίνεσαι ποιητής... ίσως να γεννιέσαι... τι επιλέγουμε άραγε και τι μας επιλέγει... αχ, γιε μου, δεν ξέρω... γράφε όμως, συνέχισε να γράφεις όσο το θέλεις κι όσο το μπορείς κι εγώ θα είμαι περήφανος για σένα ό, τι και να κάνεις...

 

 

Πάντα την αλήθεια μού έλεγε ο παππούς. Γι’ αυτό τον αγαπούσα ξεχωριστά. Ποτέ δεν έλεγε αυτά που θα περίμενες ν’ ακούσεις. Ποτέ μισόλογα ή υπονοούμενα, λόγια που χαϊδεύουν τ’ αφτιά, ψεύτικα λόγια. Μπορεί να μην έλεγε πολλά, πολλές φορές και τίποτα. Σιωπούσε όπως η Ελισώ. Μα όταν μιλούσε έλεγε πάντα ορθά κοφτά την αλήθεια. Κι όταν σιωπουσε με ανάγκαζε να σκεφτώ μόνος μου αυτά που έπρεπε, χωρις να μου δίνει έτοιμη τροφή τα δικά του συμπεράσματα. Κι έτσι με πήγαινε ένα βήμα πιο πέρα: στο μυστήριο, στο θαυμαστό, στην απορία. Αυτό το αίνιγμα που λίγο λίγο σε βοηθά να νιώσεις πως, όσο προχωράς στην ουσία τόσο παραιτείσαι από τις εύκολες απαντήσεις και πηγαίνεις σε βαθύτερα ερωτήματα, που αν δεν σε γεμίζουν ικανοποίηση, -κάτι για το οποίο διψά όλος ο κόσμος-, πάντως, σε πλημμυρίζουν θαύματα που λάμπουν στον βυθό της καρδιάς και του μυαλού σου με τρόπο παράδοξο: ηλεκτρικό…

 

Ευτυχώς για μένα, ακόμα δεν γνώριζα το τίμημα των θαυμάτων...